1ος Κύκλος

Ακρόπολη Πλάκα

Tο βραχώδη λόφο της Ακρόπολης, που δεσπόζει στο κέντρο της σύγχρονης Αθήνας, βρισκόταν το σπουδαιότερο και μεγαλοπρεπέστερο ιερό της αρχαίας πόλης, αφιερωμένο, κατά κύριο λόγο, στην προστάτιδα θεά της, την Αθηνά. Με τον ιερό αυτό χώρο σχετίζονται οι σημαντικότεροι μύθοι της αρχαίας Αθήνας, οι μεγάλες θρησκευτικές εορτές, οι παλαιότερες λατρείες της πόλης αλλά και ορισμένα από τα καθοριστικά για την ιστορία της γεγονότα. Τα μνημεία της Ακρόπολης, αρμονικά συνδυασμένα με το φυσικό περιβάλλον, αποτελούν μοναδικά αριστουργήματα της αρχαίας αρχιτεκτονικής, που εκφράζουν πρωτοποριακούς συσχετισμούς ρυθμών και τάσεων της κλασικής τέχνης και επηρέασαν την πνευματική και καλλιτεχνική δημιουργία για πολλούς αιώνες αργότερα. Η Ακρόπολη του 5ου αι. π.Χ. αποδίδει με τον τελειότερο τρόπο το μεγαλείο, τη δύναμη και τον πλούτο της Αθήνας στην εποχή της μαγαλύτερης ακμής της, το »χρυσό αιώνα» του Περικλή.

Ο λόφος επιλέχθηκε ήδη από τα νεολιθικά χρόνια (4000/3500-3000 π.Χ.) ως τόπος εγκατάστασης των κατοίκων της περιοχής. Κατάλοιπα εγκατάστασης της Πρώιμης και Μέσης Εποχής του Χαλκού εντοπίσθηκαν στην περιοχή του Ερεχθείου. Κατά το 13ο αι. π.Χ., ο βράχος τειχίσθηκε και αποτέλεσε την έδρα του τοπικού ηγεμόνα. Τμήματα αυτού του τείχους, που αναφέρεται συνήθως ως »κυκλώπειο», σώζονται αποσπασματικά ανάμεσα στα μεταγενέστερα μνημεία και η πορεία του μπορεί να αποκατασταθεί με σχετική ακρίβεια. Τον 8ο αι. π.Χ. η Ακρόπολη απέκτησε για πρώτη φορά τον αποκλειστικά ιερό της χαρακτήρα με την καθιέρωση της λατρείας της Αθηνάς Πολιάδος. Η θεά είχε το δικό της ναό, στη βορειοανατολική πλευρά του λόφου. Στα μέσα του 6ου αι. π.Χ., την εποχή που τύραννος της Αθήνας ήταν ο Πεισίστρατος, το ιερό απέκτησε μεγάλη αίγλη. Καθιερώθηκαν τα Παναθήναια, η μεγαλύτερη γιορτή των Αθηναίων προς τιμή της θεάς και ιδρύθηκαν τα πρώτα μνημειακά κτήρια και οι ναοί για τη λατρεία της, μεταξύ των οποίων, ο λεγόμενος »Αρχαίος ναός» και ο Εκατόμπεδος, πρόδρομος του Παρθενώνα. Τότε κατασκευάσθηκε το ιερό της Βραυρωνίας Αρτέμιδος και έγινε η πρώτη προσπάθεια για τη διαμόρφωση μνημειακού προπύλου του χώρου. Οι πιστοί αφιέρωναν στο ιερό πολυάριθμα και πλούσια αναθήματα, όπως ήταν οι μαρμάρινες κόρες και οι ιππείς, τα χάλκινα και πήλινα αγαλμάτια και τα αγγεία, πολλά από τα οποία συνοδεύονταν από επιγραφές, που βεβαιώνουν τη σημασία που είχε η λατρεία της Αθηνάς κατά την αρχαϊκή περίοδο. Μετά τη νίκη εναντίον των Περσών στο Μαραθώνα, το 490 π.Χ., οι Αθηναίοι επιχείρησαν να κτίσουν ένα πολύ μεγαλύτερο ναό στη θέση του Παρθενώνα, γνωστό ως Προπαρθενώνα. Αυτός ο ναός δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, γιατί το 480 π.Χ., οι Πέρσες εισέβαλαν στην Αττική, λεηλάτησαν την Ακρόπολη και πυρπόλησαν τα μνημεία. Μετά την αποχώρηση των εχθρών, οι Αθηναίοι ενταφίασαν το γλυπτό διάκοσμο των κατεστραμμένων ναών καθώς και όσα αναθήματα είχαν διασωθεί, γεμίζοντας τις φυσικές κοιλότητες του εδάφους και διαμορφώνοντας με αυτό τον τρόπο τεχνητά άνδηρα στο χώρο του ιερού. Η Ακρόπολη οχυρώθηκε με νέο τείχος, αρχικά από το Θεμιστοκλή (στη βόρεια πλευρά) και στη συνέχεια από τον Κίμωνα (στη νότια πλευρά). Μάλιστα, στο βόρειο τμήμα του τείχους ενσωματώθηκαν αρχιτεκτονικά μέλη των κατεστραμμένων ναών, που φαίνονται μέχρι σήμερα από την αρχαία Αγορά και από τη βόρεια πλευρά της πόλης.

Στα μέσα του 5ου αι. π.Χ., την εποχή που μεταφέρθηκε στην Ακρόπολη η έδρα της Αθηναϊκής Συμμαχίας και η Αθήνα ήταν το σημαντικότερο κέντρο του πνευματικού κόσμου, τέθηκε σε εφαρμογή, με πρωτοβουλία του Περικλή, ένα μεγαλεπίβολο οικοδομικό πρόγραμμα που διήρκεσε όλο το β΄ μισό του 5ου αι. π.Χ. Για την εκτέλεσή του εργάσθηκαν πολλοί άνθρωποι, Αθηναίοι και ξένοι, ελεύθεροι και δούλοι, με ημερομίσθιο μία δραχμή. Τότε οικοδομήθηκαν, με την επίβλεψη των ικανότερων καλλιτεχνών, αρχιτεκτόνων και γλυπτών, τα σημαντικότερα μνημεία που βλέπει σήμερα ο επισκέπτης: ο Παρθενώνας, τα Προπύλαια, το Ερέχθειο και ο ναός της Αθηνάς Νίκης. Οι ναοί στη βόρεια πλευρά και στο κέντρο του βράχου στέγαζαν κυρίως τις αρχαιότερες λατρείες των Αθηναίων και τις λατρείες των Ολυμπίων θεών, ενώ η Αθηνά λατρευόταν πια με όλες τις ιδιότητές της που σχετίζονταν με την πόλη, ως Πολιάς, προστάτιδα της πόλης, ως Παρθένος, Παλλάς, Πρόμαχος, θεά του πολέμου, Εργάνη, θεά της χειρωνακτικής εργασίας, και ως Νίκη. Μετά το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου, το 404 π.Χ., και έως τον 1ο αι. π.Χ., πάνω στον ιερό βράχο της Ακρόπολης δεν οικοδομήθηκαν άλλα σημαντικά μνημεία. Το 27 π.Χ., στα ανατολικά του Παρθενώνα κτίσθηκε μικρός ναός αφιερωμένος στο Ρωμαίο αυτοκράτορα Αύγουστο και στη Ρώμη. Είναι χαρακτηριστικό ότι, ενώ κατά τη ρωμαϊκή περίοδο σε άλλα ελληνικά ιερά έγιναν σοβαρές λεηλασίες και καταστροφές, η Ακρόπολη διατήρησε την παλαιά της αίγλη και εξακολούθησε να συγκεντρώνει τα πλούσια αφιερώματα των πιστών. Η τελευταία επέμβαση στο χώρο έγινε μετά την επιδρομή των Ερούλων τον 3ο αι. μ.Χ., οπότε κατασκευάσθηκε οχυρωματικό τείχος με δύο πύλες στη δυτική πλευρά, από τις οποίες η μία, η δυτική, σώζεται μέχρι σήμερα και είναι γνωστή με το όνομα Beule, από το όνομα του Γάλλου αρχαιολόγου που έκανε έρευνες στο χώρο το 19ο αιώνα.

Στους επόμενους αιώνες τα μνημεία της Ακρόπολης υπέστησαν σοβαρές βλάβες από φυσικά αίτια ή από ανθρώπινες επεμβάσεις. Με την επικράτηση του χριστιανισμού και ιδιαίτερα από τον 6ο αι. μ.Χ., τα μνημεία μετατράπηκαν σε χριστιανικές εκκλησίες. Ο Παρθενώνας αφιερώθηκε στην Παρθένο Μαρία, που στη συνέχεια ονομάσθηκε Παναγιά η Αθηνιώτισσα, ενώ στα τέλη του 11ου αιώνα αποτέλεσε τη μητρόπολη της Αθήνας. Το Ερέχθειο είχε μετατραπεί σε ναό του Σωτήρος ή της Θεοτόκου, ο ναός της Αθηνάς Νίκης σε εκκλησάκι και τα Προπύλαια σε επισκοπική κατοικία. Ο βράχος της Ακρόπολης αποτελούσε το φρούριο της πόλης. Κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας (1204-1456), τα Προπύλαια μετατράπηκαν σε ανάκτορο των Φράγκων ηγεμόνων, ενώ στην Τουρκοκρατία (1456-1833) η Ακρόπολη και πάλι έγινε το φρούριο της πόλης, όπου κατοικούσε ο Τούρκος φρούραρχος. Το 1687, κατά τη διάρκεια του Β΄ Ενετοτουρκικού πολέμου, ο λόφος πολιορκήθηκε από τον Φ. Μοροζίνι και στις 26 Σεπτεμβρίου 1687, μία βόμβα των Ενετών ανατίναξε τον Παρθενώνα που είχε μετατραπεί σε πυριτιδαποθήκη. Η επόμενη σοβαρή καταστροφή στα μνημεία σημειώθηκε μεταξύ των ετών 1801-1802, με τη διαρπαγή του γλυπτού διάκοσμου του Παρθενώνα από το λόρδο Έλγιν και την αφαίρεση γλυπτών από το ναό της Αθηνάς Νίκης και το Ερέχθειο. Η Ακρόπολη πέρασε οριστικά στην κυριαρχία των Ελλήνων το 1822 και πρώτος φρούραρχός της ορίσθηκε ο Οδυσσέας Ανδρούτσος.

Μετά την απελευθέρωση, τα μνημεία της Ακρόπολης τέθηκαν υπό τη μέριμνα του νέου ελληνικού κράτους. Οι πρώτες ανασκαφές στο βράχο έγιναν ανάμεσα στα έτη 1835 και 1837. Η μεγάλη συστηματική ανασκαφή της Ακρόπολης διεξήχθη το διάστημα 1885-1890 από τον Παναγιώτη Καββαδία, ενώ στις αρχές του 20ού αιώνα έγιναν οι πρώτες εκτεταμένες αναστηλωτικές εργασίες από τον Ν. Μπαλάνο. Το 1975 συστάθηκε η Επιτροπή Συντήρησης Μνημείων Ακροπόλεως που έχει ως στόχο τη μελέτη και τη διεξαγωγή μεγάλης κλίμακας στερεωτικών και αναστηλωτικών έργων, που συνεχίζονται μέχρι σήμερα σε συνεργασία με την Υπηρεσία Αναστήλωσης Μνημείων Ακροπόλεως και την Α΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων του Υπουργείου Πολιτισμού.

Συντάκτης
Ιωάννα Βενιέρη, αρχαιολόγος

Πηγή_άρθρου

 

Αλσος Αριστοτέλη -Aristotle

Στο ιστορικό χωριό των Σταγείρων, σε μια καταπληκτική τοποθεσία σε υψόμετρο περίπου 500 μ., δίπλα στα απομεινάρια του Μαχαλά, της πρωτεύουσας των Μαντεμοχωρίων, βρίσκεται το Αλσος του Αριστοτέλη. Είναι το μοναδικό θεματικό πάρκο της Χαλκιδικής. Αξίζει να το επισκεφθείτε για να δείτε τα ενδιαφέροντα όργανα και να χαρείτε την υπέροχη θέα προς τον κόλπο της Ιερισσού. Το άλσος προϋπήρχε και η υπέροχη τοποθεσία επιλέχθηκε το 1956 για να φιλοξενήσει το επιβλητικό άγαλμα του Αριστοτέλη, έργο του γλύπτη Νικόλα, ώστε να τιμηθεί ο μεγάλος φιλόσοφος ο οποίος γεννήθηκε στα Αρχαία Στάγειρα.

Τα πρωτότυπα διαδραστικά όργανα που φιλοξενούνται στο χώρο του άλσους τοποθετήθηκαν το 2003 από τη Δημοτική Επιχείρηση Σταγείρων-Ακάνθου και σήμερα το διαχειρίζεται η Δημοτική Ανώνυμη Επιχείρηση του Δήμου Αριστοτέλη. Πρόκειται για πειραματικά όργανα που λειτουργούν βάσει των φυσικών νόμων οι οποίοι αναφέρονται στα συγγράμματα του Αριστοτέλη και ιδιαίτερα στο έργο του «Τα Φυσικά». Με αυτή την προσθήκη, το Αλσος του Αριστοτέλη έχει γίνει αγαπημένος προορισμός για όλους τους επισκέπτες και τα σχολεία, καθώς συνδυάζει με τρόπο μοναδικό την αναψυχή, την ψυχαγωγία και την εκπαίδευση. Στον ίδιο χώρο βρίσκεται και καφέ-εστιατόριο με εκπληκτική θέα στον κόλπο της Ιερισσού και στο Άγιο Όρος. Υπολογίζεται ότι μόνο τους καλοκαιρινούς μήνες δέχεται περισσότερους από 15.000 επισκέπτες.

Στο χώρο του άλσους θα δείτε, επίσης, τον πύργο του Μαδέμ Αγά μαζί με το κονάκι του που αποτελούσε και το διοικητικό κέντρο των μεταλλείων της περιοχής των Σιδηροκαυσίων.

Λειτουργεί όλες τις μέρες της εβδομάδας. Τηλ. 23760 41327

ΤΑ ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ
Πυξίδα: Είναι τοποθετημένη μπροστά από το άγαλμα του Αριστοτέλη και συμβολίζει το ότι η φιλοσοφία του έχει φθάσει σε όλα τα μέρη του κόσμου και είναι αφετηρία της σύγχρονης επιστημονικής σκέψης, παγκόσμια και κτήμα της ανθρωπότητας. Σ’ αυτήν απεικονίζονται η κατεύθυνση και η απόσταση των πιο γνωστών πόλεων στον κόσμο με σχέση με το άλσος.
Τηλεσκόπιο: Με τα σύγχρονα τηλεσκόπια που έχουν τοποθετηθεί στα κατάλληλα σημεία, ο επισκέπτης μπο¬ρεί να εστιάσει και να απολαύσει λεπτομέρειες της φανταστικής θέας του κόλπου της Ιερισσού και της Αθωνικής χερσονήσου.
Πρίσμα: Το λευκό φως του ήλιου πέφτει πάνω στο ειδικό πρίσμα και λόγω της διαφορετικής ταχύτητας μέσα στο γυαλί της κάθε επιμέρους ακτινοβολίας από τις οποίες συνίσταται, αναλύεται στο γνωστό μας φάσμα των «χρωμάτων της ίριδας», αφού κάθε ακτινοβολία διαφορετικού μήκους κύματος εξέρχεται με διαφορετική γωνία εκτροπής.
Ηλιακό ρολόι: Το μεγάλο, οριζόντιο, ηλιακό ρολόι δείχνει τον ακριβή χρόνο στο σημείο όπου βρίσκεστε. Το καλοκαίρι υπάρχει διαφορά 1 ώρας και 25 λεπτών με την τρέχουσα ώρα, ενώ το χειμώνα η διαφορά είναι 25 λεπτά. Οι καμπύλες γραμμές πάνω στην πλάκα του ρολογιού είναι για να μπορεί να προσδιοριστεί ο μήνας που διανύουμε.
Φακός: Η πινακίδα δίπλα στον φακό μας πληροφορεί ότι κάθε φωτόνιο, δηλαδή κάθε στοιχειώδες ποσό φωτεινής ενέργειας, από μόνο του έχει ελάχιστη ενέργεια, όταν όμως όλα μαζί συγκεντρωθούν σ’ ένα σημείο η ενέργεια αυτή γίνεται πολύ μεγάλη.
Πεντάφωνο: Αποτελείται από πέντε μεγάλα κομμάτια γρανίτη τα οποία έχουν υπολογιστεί έτσι ώστε με την κρούση να παράγουν το καθένα μια διαφορετική ηχητική συχνότητα, μια διαφορετική νότα. Οι πέντε νότες αντιστοιχούν στην αρχαία πεντατονική μουσική κλίμακα.
Οπτικοί Δίσκοι: Πειραματιζόμενοι με τους οπτικούς δίσκους θα διαπιστώσετε ότι όταν εικόνες περνούν με μεγάλη ταχύτητα μπροστά από το οπτικό μας πεδίο, το ανθρώπινο μάτι δεν τις αντιλαμβάνεται ως διαφορετικές, αλλά δημιουργεί ένα συνεχές οπτικό σύνολο, όπως όταν βλέπουμε μια ταινία. Αυτό συμβαίνει διότι η εντύπωση της εικόνας εξακολουθεί να διαρκεί ακόμα 1/16 περίπου του δευτερολέπτου πάνω στο οπτικό νεύρο, λόγω αδράνειας. Αυτή η ιδιότητα του ματιού ονομάζεται μετείκασμα. Ο κινηματογράφος στηρίζεται ουσιαστικά στην «αδυναμία» του ματιού να δει περισσότερες από 24 φωτογραφίες το δευτερόλεπτο.
Εκκρεμές: Στο εκκρεμές οι μεγάλοι θα θυμηθούν και οι μικρότεροι θα μάθουν ότι η ενέργεια στο σύστημα που ξεκινά την ταλάντωση μεταφέρεται λόγω σύζευξης στο επόμενο σύστημα, με αποτέλεσμα το πλάτος ταλάντωσης στο πρώτο να μειώνεται και στο επόμενο να αυξάνεται.
Υδροστρόβιλος: Στο διαφανές δοχείο με το υγρό μπορούμε να δημιουργήσουμε μια δίνη με την περιστροφή του μοχλού και να κατανοήσουμε τη δυναμική του φαινομένου, ή να το παραλληλίσουμε με την περιστροφική κίνηση του αέρα που δημιουργεί τον ανεμοστρόβιλο.
Σφαίρες αδράνειας: Παίζοντας με τις σφαίρες αδράνειας εντυπωσιαζόμαστε πάντα με το φαινόμενο της μεταφοράς της ορμής, όταν κατά την κρούση των σφαιρών διατηρείται η αρχική ορμή και μεταφέρεται διαδοχικά διαμέσου όλων των σφαιρών για να φτάσει κάθε φορά στην τελευταία.
Παραβολικά κάτοπτρα: Τα παραβολικά κάτοπτρα είναι τοποθετημένα σε ευθεία γραμμή, σε αρκετά μεγάλη απόσταση το ένα από το άλλο. Αν σταθούν δύο άτομα μπροστά σε κάθε ένα από αυτά μπορούν άνετα να συνομιλήσουν, ακόμα και αν μιλούν ψιθυριστά. Αυτό συμβαίνει διότι τα μεταφερόμενα μέσω του αέρα ηχητικά κύματα ανακλώνται στο παραβολικό κάτοπτρο και η ενέργειά τους συγκεντρώνεται στο κέντρο και ο ήχος καταλήγει ενισχυμένος στα αυτιά αυτών που παίρνουν μέρος στο πείραμα.
ΠΛΑΚΕΣ ΜΕ ΕΔΑΦΙΑ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ    redmore

 

Αγία Θεοδώρα Βάστα

Αγία Θεοδώρα Βάστα: Το μικρό εκκλησάκι με τα 17 πλατάνια στη στέγη του.

Η διαδρομή προς την Αγία Θεοδώρα Βάστα αποζημιώνει και με το παραπάνω τον επισκέπτη, αφού το τοπίο είναι ειδυλλιακό. Καθώς κανείς πλησιάζει το βουητό των νερών που αναβλύζουν από τα θεμέλια της μικρής εκκλησίας ακούγεται ολοένα και εντονότερο, προκαλώντας στον επισκέπτη δέος μπροστά στο θέαμα που τελικά αντικρύζει.
Δεκαεφτά μεγάλα δέντρα ξεπηδούν από την στέγη ενός μικρού πέτρινου ναϊδρίου στην Αγία Θεοδώρα Βάστα, την ώρα που από τα θεμέλιά της αναβλύζουν τα νερά ενός κεφαλαριού. Γιορτάζει στις 11 Σεπτεμβρίου, ωστόσο χιλιάδες προσκυνητές επισκέπτονται το εκκλησάκι όλο το χρόνο για να προσκυνήσουν και να θαυμάσουν αυτό το μοναδικό σύμπλεγμα. Ένα ανεξήγητο θαύμα της φύσης που κυριαρχεί στο γαλήνιο αυτό τοπίο.

Όσο εντυπωσιακή είναι η εικόνα του μικρού Ναού της Αγίας Θεοδώρας, άλλο τόσο εντυπωσιακή είναι η ιστορία της ζωής της.

Ιστορικά και βιογραφικά στοιχεία για την Αγία Θεοδώρα

Σχετικά με την Οσιοπαρθενομάρτυρα Θεοδώρα, της οποίας η μνήμη τιμάται κάθε χρόνο στις 11 Σεπτεμβρίου στο χωριό Βάστα Αρκαδίας, έχουν ακουστεί πολλές και διάφορες ιστορίες, κυρίως για τον τρόπο με τον οποίο άρχισε να υπηρετεί το μοναχισμό.

Οι δύο πιο γνωστές ιστορίες αναφορικά με την Αγία Θεοδώρα έχουν ως εξής: σύμφωνα με την πρώτη, η Αγία καταγόταν από μία φτωχή οικογένεια και εφόσον ήταν το μεγαλύτερο παιδί της, εξαιτίας της οικονομικής ανέχειας της οικογένειάς της, αναγκάστηκε να μεταμφιεστεί σε άνδρα και να υπηρετήσει ως μισθοφόρος στρατιώτης.

Τότε τον ερωτεύτηκε μία νεαρή κοπέλα (ως Θεόδωρο πλέον) και επειδή δεν υπήρξε ανταπόκριση από τον Θεόδωρο, η νεαρή τον κατηγόρησε ότι την είχε αφήσει έγκυο.

Έτσι φαίνεται να οδηγήθηκε στο μαρτύριο από την οικογένεια της κοπέλας.

Σύμφωνα με τη δεύτερη εκδοχή, η Αγία καταγόταν από χωριό της Πελοποννήσου, με πιθανότερες τις περιοχές της Αρκαδίας και της Μεσσηνίας. Η οικογένειά της ήταν εξαιρετικά θεοσεβούμενη και προφανώς έτσι ήρθε και εκείνη κοντά στο Θεό.

Αποκορύφωμα της αφοσίωσής της και της αγάπης της γι’ Αυτόν αποτέλεσε η απόφασή της να συνεχίσει τη ζωή της σε μοναστήρι και να αφιερωθεί ολοκληρωτικά στο Χριστό.

Συνέβη όμως το εξής παράδοξο γεγονός: η Αγία Θεοδώρα προτίμησε να εγκαταβιώσει σε ανδρική Μονή και όχι σε γυναικεία. Ωστόσο στη Μονή της Παναΐτσας, όπου και έμενε μεταμφιεσμένη σε άνδρα με το όνομα Θεόδωρος, αποτέλεσε παράδειγμα προς μίμηση χάρη στην υπακοή και την ταπεινοφροσύνη της.

Γι’ αυτό και ο Ηγούμενος της είχε αναθέσει εξαιρετικά υπεύθυνες εργασίες στη Μονή. Κατά την περίοδο που έπληττε λιμός την περιοχή ο μοναχός Θεόδωρος επισκεπτόταν τα σπίτια των Χριστιανών αναζητώντας βοήθεια.

Μία από τις γυναίκες όμως που επισκέφθηκε τον κατηγόρησε πως την άφησε έγκυο. Όπως είναι φυσικό, αυτό δεν θα μπορούσε να ισχύει.

Παρόλα αυτά η Αγία Θεοδώρα, αν και αρνήθηκε τις κατηγορίες, ακολούθησε τους γονείς της γυναίκας ως το χωριό Βάστα της Αρκαδίας, όπου και εκτελέστηκε με αποκεφαλισμό.

Όταν πλέον οι κατήγοροί της αντίκρισαν το γυμνό σώμα της και κατάλαβαν τι είχε συμβεί ζήτησαν συγχώρεση από το Θεό. Σύμφωνα με την παράδοση μάλιστα, η Αγία θεοδώρα φαίνεται να παρακάλεσε το Θεό, πριν τον αποκεφαλισμό της, οι τρίχες του κεφαλιού της να γίνουν δέντρα, το αίμα της ποτάμι για να τα ποτίζει και το σώμα της ναός.

Σύμφωνα με τον Πρωτοσύγγελο της Ι.Μ. Γόρτυνος και Μεγαλουπόλεως, π. Ιάκωβο Κανάκη, η επικρατέστερη άποψη είναι η δεύτερη.

Ο π. Ιάκωβος αναφέρει πως σύμφωνα με την έρευνα της Μητροπόλεως που έχει βασιστεί σε εικόνες και συναξάρια, η Αγία Θεοδώρα παντού εμφανίζεται ως ασκητική φυσιογνωμία και πουθενά ως στρατιώτης.

Η έρευνα της Μητροπόλεως επικεντρώνεται σε δύο πιθανότητες για το λόγο που οδήγησε την Αγία να εγκαταβιώσει σε ανδρώο μοναστήρι: α) με αυτόν τον τρόπο ήθελε να κάνει περισσότερους και ενεργούς ασκητικούς αγώνες και β) έτσι θα χάνονταν πλήρως τα ίχνη της.

Πηγή_άρθρου

 

Αρχαιολογικός χώρος των Δελφών

 

Οι Δελφοί ήταν αρχαία ελληνική πόλη στην οποία λειτούργησε το σημαντικότερο μαντείο του αρχαιοελληνικού κόσμου. Η πόλη αναφέρεται από τους ομηρικούς χρόνους με την ονομασία Πυθώ. Στην αρχή των ιστορικών χρόνων ήταν μία από τις πόλεις της αρχαίας Φωκίδας, αλλά σταδιακά ο ρόλος της πόλης ενισχύθηκε και εξελίχθηκε σε πανελλήνιο κέντρο και ιερή πόλη των αρχαίων Ελλήνων. Αποτέλεσε επίσης κέντρο της Δελφικής Αμφικτυονίας. Οι Δελφοί διατήρησαν τη σημαντική τους θέση μέχρι τα τέλη του 4ου αιώνα μ.Χ., οπότε δόθηκε οριστικό τέλος στη λειτουργία του μαντείου με διάταγμα του αυτοκράτορα Θεοδοσίου Α΄. Τους επόμενους αιώνες η πόλη παρήκμασε και εγκαταλείφθηκε οριστικά την περίοδο των σλαβικών επιδρομών.

Σύμφωνα με την παράδοση, στην περιοχή των Δελφών υπήρχε ιερό αφιερωμένο στη γυναικεία θεότητα της Γαίας και φύλακάς του είχε τοποθετηθεί ο φοβερός δράκοντας Πύθων. Σύμφωνα με τοπικούς μύθους κύριος του ιερού έγινε ο Απόλλων όταν σκότωσε τον Πύθωνα. Στη συνέχεια ο θεός μεταμορφωμένος σε δελφίνι μετέφερε στην περιοχή Κρήτες, οι οποίοι ίδρυσαν το ιερό του. Ο μύθος αυτός σχετικά με την κυριαρχία του Απόλλωνα επιβίωσε σε εορταστικές αναπαραστάσεις στις τοπικές γιορτές, όπως τα Σεπτήρια, τα Δελφίνια, τα Θαργήλια, τα Θεοφάνεια, και τα Πύθια

Τα παλαιότερα ευρήματα στην περιοχή των Δελφών έχουν εντοπιστεί στο Κωρύκειο Άντρο και χρονολογούνται στη νεολιθική εποχή (4000 π.Χ.) Από το 4.000 π.Χ. μέχρι τα Μυκηναϊκά χρόνια (1550 π.Χ.) δεν υπάρχουν ευρήματα, γεγονός που δείχνει ότι η περιοχή πιθανόν έμεινε ακατοίκητη στο διάστημα αυτό. Στο ξεκίνημα της Μυκηναϊκής περιόδου εγκαταστάθηκαν στο χώρο των Δελφών Αχαιοί προερχόμενοι από τη Θεσσαλία και ίδρυσαν οργανωμένη πόλη.[2]. Από την πόλη αυτή έχουν βρεθεί κατάλοιπα μυκηναϊκού οικισμού και νεκροταφείου. Πιστεύεται πως αντιστοιχεί στην πόλη που αναφέρεται στον κατάλογο των Νεών της Ιλιάδας, με το όνομα Πυθώ. Η Πυθώ ήταν μία από τις εννέα Φωκικές πόλεις που συμμετείχαν στον Τρωικό πόλεμο, στο πλευρό των υπολοίπων Αχαιών.

Με το τέλος της Μυκηναϊκής περιόδου η πόλη εγκαταλείφθηκε, όπως και πολλά ακόμα Μυκηναϊκά κέντρα της ηπειρωτικής Ελλάδας. Για τους επόμενους τέσσερις αιώνες δεν παρατηρήθηκε καμία σημαντική εγκατάσταση στην περιοχή. Τα ευρήματα από την περιοχή παρέμειναν ελάχιστα και πολύ αποσπασματικά μέχρι τον 8ο αι. π.Χ., οπότε και επικράτησε οριστικά η λατρεία του Απόλλωνα και άρχισε η ανάπτυξη του ιερού και του μαντείου. Προς το τέλος του 7ου αι. π.Χ. οικοδομήθηκαν οι πρώτοι λίθινοι ναοί, αφιερωμένοι ο ένας στον Απόλλωνα και ο άλλος στην Αθηνά, που λατρευόταν επίσημα, με την επωνυμία «Προναία» ή «Προνοία» και είχε δικό της τέμενος. Σύμφωνα με αρχαίες μαρτυρίες και αρχαιολογικά ευρήματα, στους Δελφούς λατρεύονταν ακόμη η Άρτεμη, ο Ποσειδώνας, ο Διόνυσος, ο Ερμής, ο Ζευς Πολιεύς, η Υγιεία και η Ειλείθυια.

Από τον 8ο αιώνα, όταν πλέον επικράτησε η λατρεία του Απόλλωνα, το ιερό των Δελφών απέκτησε ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στον αρχαίο ελληνικό κόσμο, ενώ η επιρροή του εξαπλώθηκε σταδιακά σε ένα μεγάλο τμήμα του ευρύτερου χώρου της ανατολικής Μεσογείου. Σημαντικός αριθμός αφιερωμάτων που βρέθηκαν στους Δελφούς, προέρχεται ακόμα και από περιοχές της Συρίας και της Αρμενίας, γεγονός που μαρτυρά την έκταση της επιρροής του ιερού. Λόγω του μεγάλου κύρους του μαντείου, οι ελληνικές πόλεις κατέφευγαν σ’ αυτό για να βοηθηθούν στη λήψη σημαντικών αποφάσεων. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του αποικισμού, όπου οι μητροπόλεις κατέφευγαν στο μαντείο για να το συμβουλευτούν, για την επιλογή κατάλληλης θέσης για την ίδρυση αποικίας.

<strong>Ο ‘Ομφαλός της Γης'</strong>
Το ιερό των Δελφών έγινε σταδιακά κέντρο της σημαντικότερης Αμφικτυονίας του αρχαίου ελληνικού κόσμου, Η Αμφικτυονία αυτή που έγινε γνωστή ως Δελφική Αμφικτυονία, ήταν μία ομοσπονδιακή ένωση δώδεκα φυλών με θρησκευτικό κυρίως χαρακτήρα. Συμμετείχαν σε αυτή οι φυλές της κεντρικής Ελλάδας και ηγετική θέση ανάμεσά τους κατείχαν οι Θεσσαλοί. Αρχικά είχε κέντρο της την Ανθήλη της Μαλίδας, αλλά από τα μέσα του 7ου αιώνα έκανε κέντρο της τους Δελφούς.

Στις αρχές του 6ου π.Χ. αιώνα η Δελφική Αμφικτυονία διεξήγαγε πόλεμο με την γειτονική πόλη των Δελφών, την Κρίσα. Ο πόλεμος αυτός ονομάστηκε Α΄ Ιερός πόλεμος και είχε ως κατάληξη την καταστροφή της Κρίσας Αποτέλεσμα του πολέμου ήταν οι Δελφοί να αυξήσουν την πανελλήνια θρησκευτική και πολιτική τους επιρροή και να μεγαλώσουν σε έκταση, αποκτώντας εδάφη που μέχρι τότε ανήκαν στην Κρίσα. Παράλληλα μετά το τέλος του πολέμου διοργανώθηκαν για πρώτη φορά τα Πύθια, οι δεύτεροι σε σημασία πανελλήνιοι αγώνες μετά τους Ολυμπιακούς. Στα πρώτα Πύθια που διοργανώθηκαν το 586 π.Χ. δόθηκαν ως έπαθλα στους νικητές των αγώνων, χρηματικά δώρα από τα λάφυρα της Κρίσας. Από τους επόμενους αγώνες καθιερώθηκε ως τιμητικό βραβείο των νικητών το δάφνινο στεφάνι.

<strong>Ο θησαυρός των Αθηναίων</strong>
Την περίοδο των Περσικών πολέμων το μαντείο των Δελφών εξέδωσε αρκετούς δυσοίωνους χρησμούς για τις ελληνικές πόλεις, γεγονός που αποδόθηκε από μεταγενέστερους ιστορικούς σε φιλοπερσική στάση που κράτησε. Ο Ηρόδοτος αναφέρει πως οι Δελφοί δέχτηκαν επίθεση από τους Πέρσες. Συγκεκριμένα αναφέρει πως αφού ο Ξέρξης πέρασε τις Θερμοπύλες και κατευθυνόταν προς τη Φωκίδα, έστειλα ένα στρατιωτικό σώμα προς τους Δελφούς για να αποσπάσει θησαυρούς. Όταν οι Πέρσες πλησίασαν στους Δελφούς, δύο κορυφές από τον Παρνασσό αποκόπηκαν και έπεσαν πάνω τους, ενώ παράλληλα καταδιώχθηκαν από δύο τοπικούς ήρωες, τον Φύλακο και τον Αυτόνοο.

Οι Δελφοί παρέμειναν ανεξάρτητη πόλη μέχρι το 448 π.Χ. όταν οι Αθηναίοι βοήθησαν του Φωκείς να εντάξουν το ιερό στην ομοσπονδία τους. Τότε οι Σπαρτιάτες αντέδρασαν με αποτέλεσμα να ξεσπάσει ο δεύτερος ιερός πόλεμος . Οι Σπαρτιάτες αρχικά επανέφεραν την πόλη στην προηγούμενη κατάστασή της αλλά με νέα παρέμβαση των Αθηναίων η πόλη αποδόθηκε πάλι στους Φωκείς.[2] Οι Φωκείς διατήρησαν τον έλεγχο του μαντειου μέχρι το 421 π.Χ. Τη χρονιά αυτή η πόλη των Δελφών ανεξαρτητοποιήθηκε και πάλι ως συνέπεια της Νικίειου ειρήνης. Το 356 π.Χ. οι Φωκείς κατέλαβαν τους Δελφούς, όταν το αμφικτιονικό συνέδριο, που ελεγχόταν τότε από τη Θήβα, τους επέβαλλε ένα βαρύ πρόστιμο. Το γεγονός αυτό οδήγησε στο ξέσπασμα του τρίτου ιερού πολέμου. Κατά τη διάρκεια αυτού του πολέμου λεηλατήθηκαν όλοι οι θησαυροί των Δελφών για να χρηματοδοτηθεί ο στρατός των Φωκέων. Οι Φωκείς τελικά ηττήθηκαν δέκα χρόνια μετά με επέμβαση του Φιλίππου και οι Δελφοί πέρασαν πάλι στον έλεγχο της Δελφικής αμφικτυονίας που πλέον ελεγχόταν από τους Μακεδόνες[2]. Ένας τέταρτος ιερός πόλεμος ξέσπασε το 339 π.Χ. στον οποίο αναμείχθηκαν οι Λοκροί της Άμφισσας και οδήγησε τελικά στην επέμβαση του Φιλίππου στη νότια Ελλάδα.

Κατά τον 3ο αι. π.Χ. οι Δελφοί πέρασαν στον έλεγχο της νέας δύναμης που αναδείχτηκε στην νότια Ελλάδα, της Αιτωλικής Συμπολιτείας. Οι Αιτωλοί κατέλαβαν το ιερό το 290 π.Χ. Λίγα χρόνια μετά, το 279 π.Χ., η πόλη των Δελφών βρέθηκε σε κίνδυνο από την επιδρομή των Γαλατών στον ελλαδικό χώρο. Την επιδρομή αυτή αντιμετώπισαν με επιτυχία οι Αιτωλοί και προστάτευσαν το ιερό. Η πόλη συνέχισε να ευδοκιμεί και να πλουτίζει σε δώρα και αφιερώματα και κατά τη διάρκεια αυτού του αιώνα. Τα περισσότερα αφιερώματα αυτής της περιόδους προέρχονται από τις πόλεις της Αιτωλικής Συμπολιτείας.

<strong>Τα Κυριότερα Ιερά της Αρχαίας Ελλάδας</strong>
Το 190 π.Χ. οι Ρωμαίοι αφαίρεσαν από τους Αιτωλούς την κυριαρχία στο μαντείο των Δελφών. Λίγα χρόνια μετά, το 168 π.Χ. οι Δελφοί πέρασαν σε ρωμαϊκή κυριαρχία. Κατά τη διάρκεια των Μιθριδατικών πολέμων οι Δελφοί λεηλατήθηκαν από τον Ρωμαίο στρατηγό Σύλλα το 86 π.Χ.., ο οποίος απαίτησε και πέτυχε να του παραχωρηθούν τα πολύτιμα μετάλλινα αναθήματα του ναού. Το 83 π.Χ., οι Μαίδοι, θρακικό φύλο, πραγματοποίησαν επιδρομή στους Δελφούς, πυρπόλησαν το ναό, λεηλάτησαν το ιερό και έκλεψαν το «άσβεστο πυρ» από το βωμό. Στη διάρκεια αυτής της επιδρομής, ένα μέρος της στέγης του ιερού ναού κατέρρευσε.

Στη διάρκεια των πρώτων χριστιανικών χρόνων το Μαντείο των Δελφών είχε πια παρακμάσει. Στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος των λιγοστών πλέον επισκεπτών δεν ήταν τόσο η θρησκευτική πίστη και η ανάγκη προσκύνησης, όσο το να θαυμάσουν τα πλούσια και επιβλητικά καλλιτεχνικά αρχιτεκτονήματα του χώρου. Σχετική άνθηση του μαντείου παρατηρήθηκε ξανά επί αυτοκράτορα Αδριανού, ο οποίος φαίνεται πως επισκέφθηκε το μαντείο δύο φορές. Η περίοδος παρακμής συνεχίζεται όμως στα χρόνια του Μεγάλου Κωνσταντίνου, και του Κωνσταντίνου Β’.

wikipedia

 

Ασπροβάλτα

Η Ασπροβάλτα είναι μία παραθαλάσσια κωμόπολη του Δήμου Βόλβης στο βορειοανατολικό άκρο του νομού Θεσσαλονίκης. Είναι ένα από τα πιό αξιόλογα καλοκαιρινά τουριστικά θέρετρα της Μακεδονίας και το camping της Ασπροβάλτας είναι σταθμός διανυκτέρευσης για ταξιδιώτες που έρχονται από τις βόρειες χώρες όπως Γερμανία Ουγγαρία Βουλγαρία Ρουμανία και από την Τουρκία.
Η Ασπροβάλτα βρίσκεται ανατολικά της Θεσσαλονίκης στα δυτικά παράλια του Στρυμονικού κόλπου και είναι προσβάσιμη μέσω της Εγνατίας Οδού. Η ακτή της βραβεύεται κάθε χρόνο με τη Γαλάζια Σημαία.
Η αρχαιολογική σκαπάνη έχει εντοπίσει οργανωμένες οικιστικές εγκαταστάσεις των ύστερων κλασικών-πρώιμων ελληνιστικών χρόνων ενώ είναι γνωστό πως στα Ρωμαικά χρόνια η Αρχαία Εγνατία Οδός διέσχιζε την περιοχή.Λίγο ανατολικότερα μάλιστα της Ασπροβάλτας σώζονται τα ερείπια ενός ρωμαϊκού σταθμού που ονομαζόταν Pennana[1].Σύμφωνα με έγγραφο του αρχείου της Μονής Σίμωνος Πέτρα, ο οικισμός Άσπρη Βάλτα κτίζεται στις αρχές του 16ου αιώνα στις νότιες παρυφές του όρους των Κερδυλλίων. Μετά τη Μικρασιατικής καταστροφής στην περιοχή εγκαταστάθηκαν 54 οικογένειες από το Ρένκιοϊ (Οφρύνιο) της Τρωάδος, κοντά στα Δαρδανέλλια της Μικράς Ασίας, μεταφέροντας πολλά κειμήλια όπως τη βιβλιοθήκη του σχολείου του Οφρυνίου. Οι Μικρασιάτες ανέπτυξαν τον οικισμό ενώ αργότερα οι απόδημοι συμπατριώτες τους από τις Η.Π.Α. βοήθησαν οικονομικά ώστε να ανεγερθεί στην Ασπροβάλτα πέτρινο σχολείο αλλά και ναός για να φυλάξουν τα κειμήλιά τους. Η ανάπτυξη του παραθαλάσσιου τουρισμού στα μέσα του 20οού αιώνα, οδήγησε στην μεγέθυνση του οικισμού με πολλές παραθεριστικές κατοικίες και ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις.
Αξιοθέατα
  • Το Λαογραφικό Μουσείο Ασπροβάλτας.
  • Το Κέντρο πληροφόρησης για την παράκτια ζώνη του Στρυμονικού Κόλπου και του Κόλπου της Ιερισσού.
  • Ο Αρχαιολογικός χώρος στο «Λιοτόπι Ρουτσχέλη»: κατά τις εργασίες διάνοιξης της σύγχρονης Εγνατίας οδού ανασκάφτηκε οικοδόμημα ύστερων κλασικών-πρώιμων ελληνιστικών χρόνων. Πρόκειται για ένα αυτόνομο και οργανωμένο συγκρότημα έκτασης πλέον των 3,5 στρέμματα στις χαμηλές υπώρειες του Κερδυλλίου όρους, με εξαίρετη θέα στον Στρυμονικό κόλπο.
  • Ο Ναός Αγίου Γεωργίου Ασπροβάλτας. Εντός του Ναού φυλάσσονται ιστορικές εικόνες που μετέφεραν οι Μικρασιάτες ως κειμήλια: δύο εικόνες του Αγίου Γεωργίου και της Παναγίας του 16ου – 17ου αιώνα, την εικόνα του Αγίου Νικολάου, δύο χρυσοκέντητες εικόνες και τη βιβλιοθήκη του σχολείου.
  • Τα Περιπατητικά μονοπάτια και διαδρομές στο Κερδύλλιο Όρος για ποδήλατα βουνού.
  • Το Φυσικό Πάρκο Αναψυχής Ασπροβάλτας.
  • Η Μονή του Αγίου Γεωργίου. Βρίσκεται στις δασόφυτες πλαγιές των Κερδυλίων, κοντά στον οικισμό της Ασπροβάλτας. Κτισμένη κατά το β΄ ήμισυ του 16ου αιώνα, η Μονή σήμερα έχει εγκαταλειφθεί. Διασώζεται το καθολικό, σταυροειδές με τέσσερις κολώνες, ίχνη της δυτικής και βόρειας κόρδας, καθώς και ο περίβολος. Η στέγη της Μονής καλύπτεται από σχιστόπλακες. Στο ιερό και στην πρόθεση διατηρούνται υπολείμματα τοιχογραφιών του 16ου αιώνα
wikipedia

 Καστοριά

Η Καστοριά είναι πόλη της Ελλάδας και πρωτεύουσα του ομώνυμου νομού. Βρίσκεται στο δυτικό άκρο της Δυτικής Μακεδονίας. Ο πραγματικός πληθυσμός της πόλης ανέρχεται στους 13.387 κατοίκους. Είναι χτισμένη πάνω σε χερσόνησο της λίμνης Ορεστιάδας, σε υψόμετρο 703 m από την επιφάνεια της θάλασσας, ανάμεσα στα βουνά Βίτσι και Γράμμο. Περιβάλλεται από τη λίμνη της και συνδέεται με την ξηρά μέσω μιας ευρύτερης λωρίδας γης από επιχωματώσεις, δίνοντας την εντύπωση νησιού.

Στην μακραίωνη ιστορία της, μιάμιση χιλιετία από κτίσεως, γνώρισε πολιορκίες και κατακτήσεις από Βουλγάρους, Νορμανδούς και Τούρκους, διατηρώντας όμως μέχρι σήμερα σημαντικό αριθμό βυζαντινών εκκλησιών, κειμηλίων και αρχοντικών ως τεκμήρια της κατά καιρούς ακμής της, λόγω της επιτυχημένης εμπορίας και διακίνησης των γουναρικών σε σημαντικά κέντρα της Ευρώπης. Συγκεκριμένα, η γουνοποιία και τα είδη παραγωγής της άνθισαν πολύ με αποτέλεσμα οι Καστοριανοί να εξαπλωθούν σε πολλές χώρες του κόσμου όπως Ιταλία, Γερμανία, Ισπανία δημιουργώντας αξιόλογες παροικίες

Επικρατέστερη θεωρείται η άποψη ότι προήλθε από τους κάστορες που ενδημούσαν για αιώνες σ΄αυτήν.

Ο Βυζαντινός ιστορικός της εποχής του Ιουστινιανού (527-565), Προκόπιος, αναφέρει πως η πόλη μεταφέρθηκε σε οχυρή θέση στη λίμνη, την οποία λίμνη ονομάζει, για πρώτη φορά, Καστορία. Για το όνομα της πόλης, αναφέρει πως ο Ιουστινιανός: «…καί τό όνομα, ὡς εἰκός, αφῆκε τῇ πόλει». Δεν ειναι ξεκάθαρο αν με αυτή η φράση ο Προκόπιος εννοεί ότι την ονόμασε Ιουστινιανούπολη. Πάντως στον σύγχρονο του Ιουστινιανού, Συνέκδημο του Ιεροκλέους, αναφέρεται ακόμη ως Διοκλητιανούπολη. Με το ίδιο όνομα εμφανίζεται στο έργο Περί Βασιλείου Τάξεως του αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Ζ’ Πορφυρογέννητου (10ος αι.), ωστόσο η αναφορά αυτή θεωρείται αναχρονισμός.

Η Βυζαντινή ιστορικός Άννα Κομνηνή αναφέρει ότι η λίμνη ονομάζεται η της Καστορίας, ενώ το όνομα της πόλης προέρχεται από τη λέξη κάστρον. Ωστόσο αυτή η ερμηνεία της Κομνηνής είναι λιγότερο πιθανή, αν και κατά τη μεταβυζαντινή εποχή συχνά αποκαλείτο κατά αυτόν τον τρόπο, όπως π.χ. στους κώδικες της Μητροπόλεως Καστοριάς, ενώ οι κάτοικοι της πόλης συνοδεύονταν επίσης από το προσωνύμιο «καστριώτης». Η τουρκική ονομασία της πόλης είναι Kesriye (Κεσρίγιε), ονομασία που αναφέρει και ο περιηγητής του 17ου αι., Εβλιγιά Τσελεμπί, ενώ η σερβική και βουλγαρική ονομασία της πόλης είναι Κοστούρ (Κυριλλικά: Костур). Κατά μια άποψη (Поповски, Търпо 1869-1913), η ονομασία Κοστούρ προέρχεται από το ότι η τοποθεσία μοιάζει με με σκελετό ψαριού (πέρκας).

To όνομα της πόλης έχει συνδεθεί επίσης με τον Κάστορα, καθώς στην τοπική μυθολογία αναφέρεται πως κτίστηκε το 840 π.Χ. από τον αδελφό του Πολυδεύκη, μετά από χρησμό που έλαβε από το Μαντείο των Δελφών

Η κατάληψη της Καστοριάς από τους Τούρκους τοποθετείται περίπου στο 1383. Έμεινε στην κατοχή τους επί περίπου πέντε αιώνες. Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, η περιοχή της Καστοριάς αναδείχτηκε σε κέντρο ελληνισμού διατηρώντας την εθνική συνείδηση, τη γλώσσα, τη θρησκεία, τα ήθη και τα έθιμα. Την εποχή αυτή η περιοχή ανέπτυξε έντονη οικονομική και εμπορική δραστηριότητα και γνώρισε άνθηση στις τέχνες και τα γράμματα. Ο Γεώργιος Καστοριώτης ή Γεώργιος Καστριώτης, επιφανής Καστοριανός που έφτασε ως το αξίωμα του μεγάλου κομίσου, ίδρυσε το 1705 στη συνοικία Μουζεμβίκη την εκκλησιαστική του σχολή και το 1708 μετακάλεσε από τη Βενετία τον αναγνωρισμένο λόγιο, θεολόγο και συγγραφέα Μεθόδιο Ανθρακίτη. Το 1710 ιδρύθηκε το Ανώτερον Σχολείον Κυρίτζη τη διεύθυνση του οποίου ανέλαβε ο Μεθόδιος Ανθρακίτης.
Κατά την πρώτη κρίσιμη και αποφασιστική περίοδο της αφύπνισης του Γένους και της σφυρηλάτησης της εθνικής συνείδησης, συμμάρτυρες του Ρήγα Βελεστινλή ήταν οι δυο Καστοριανοί αδελφοί Ιωάννης και Παναγιώτης Εμμανουήλ. Στενός συνεργάτης του Ρήγα ήταν ο Γεώργιος Θεοχάρης, που λόγω του εγνωσμένου κύρους του και της αυστριακής υπηκοότητός του απελάθηκε και προτίμησε τη Λειψία. Κατά την επανάσταση του 1821 σημειώθηκαν αρκετές επιχειρήσεις στην περιοχή και ιδιαίτερα στο Βογατσικό. Καστοριανός ήταν ο οπλαρχηγός Ιωάννης Παπαρέσκας, ο οποίος πήρε μέρος στη σύνοδο της Μονής Δοβρά μαζί με άλλους οπλαρχηγούς της Μακεδονίας, ο Ευάγγελος Ιωάννου, ο Αναστάσιος Καρίτσης, ο Δήμος Παναγιώτου, οι Ναούμ Νικολάου, Κωνσταντίνος Νικολάου, Ιωάννης Καραμπίνας, Ευάγγελος Ιωάννου, Ζήσης Δημητρίου κ.α.

Στα 1867 ιδρύθηκε, με πρωτεργάτη τον Αναστάσιο Πηχεών, η Εθνική Επιτροπή, με πρώτα μέλη τους γιατρούς Ιωάννη Σιώμο και Αργύριο Βούζα και τους Νικόλαο Τουτουντζή, Βασίλειο και Νικόλαο Ωρολογόπουλο Ρέτζη και Απόστολο Σαχίνη. Γρήγορα διευρύνθηκε, ιδιαίτερα προς την Κλεισούρα, όπου ο Πηχεών είχε διατελέσει δάσκαλος από το 1862 και είχε συνδεθεί τότε στενά με τον γνωστό γιατρό Ιωάννη Αργυρόπουλο. Η νέα «Φιλική Εταιρεία», όπως ονομάσθηκε μετά τη διεύρυνσή της, απέβλεπε στο ξεσήκωμα της Μακεδονίας εναντίον των Τούρκων. Αρχές του 1888 συνελήφθησαν από τους Τούρκους δεκαπέντε Κλεισιουριώτες και περισσότεροι από σαράντα Καστοριανοί μαζί με Μπογκατσιώτες, Κορυτσιώτες κ.α. που οδηγήθηκαν τελικά στις φυλακές του Μοναστηρίου για να δικαστούν.

Δισπηλιό Καστοριάς

Το Δισπηλιό είναι μεγάλος οικισμός του Δήμου Μακεδνών στο νομό Καστοριάς. Αποτελεί ομώνυμο δημοτικό διαμέρισμα και στην απογραφή του 2001 βρέθηκε να έχει 1.186 κατοίκους. Βρίσκεται περίπου στο 4χλμ του δρόμου Καστοριάς – Άργους Ορεστικού.

Στην περιοχή έχουν ανασκαφεί νεολιθικά ευρήματα, ανάμεσα στα οποία και η πινακίδα του Δισπηλιού η οποία χρονολογήθηκε επακριβώς με τη μέθοδο του άνθρακα-14 στον «Δημόκριτο», στο 5260 π.Χ., δηλαδή στο τέλος της μέσης νεολιθικής περιόδου . Oι συστηματικές ανασκαφές (1992 και εξής) αποκαλύπτουν τα λείψανα ενός εκτεταμένου λιμναίου οικισμού της Μέσης και Νεότερης Νεολιθικής, από τους σημαντικότερους και παλαιότερους του είδους στην Eυρώπη.

redmore

 

Κάστρο της Ρεντίνας

Το Κάστρο της Ρεντίνας βρίσκεται επάνω στην κορυφή ενός λόφου, δίπλα στο Ρήχειο ποταμό, στην δυτική είσοδο των Στενών της Ρεντίνας ή Μακεδονικών Τεμπών. Κατοικήθηκε συνεχώς από τα αρχαιότατα χρόνια μέχρι τα πρώτα χρόνια της τουρκοκρατίας, οπότε εγκαταλείφθηκε γιατί είχε υποβαθμιστεί πια η στρατηγική σημασία του και οι Τούρκοι επέλεξαν για τόπο εγκαταστάσεώς τους τη γειτονική Βόλβη.

Ιστορία

Ίχνη ανθρώπινης παρουσίας στο λόφο μαρτυρούνται από ευρήματα της νεολιθικής εποχής. Η κατοίκηση συνεχίζεται αδιάλειπτα ως την ύστερη αρχαιότητα. Τότε, και συγκεκριμένα περί το 450 μ.Χ πραγματοποιείται η πρώτη οχύρωση.[1] Αργότερα, ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός (527-565) ενισχύει τις οχυρώσεις και επανιδρύει το κάστρο- πρόκειται για το φρούριο Αρτεμίσιον που αναφέρει ο Προκόπιος. Από το 570 οι Σλάβοι διασχίζουν το Δούναβη προς νότον και καθ’όλη τη διάρκεια του 7ου αιώνα, δεν αρκούνται πλέον σε επιδρομές, αλλά εγκαθίστανται σε μεγάλες ομάδες στην ερημωμένη ύπαιθρο. Δημιουργούν νησίδες πληθυσμού, τις Σκλαβηνίες οι οποίες έχουν δική τους οργάνωση και ηγεσία. Την κοιλάδα του Ρήχιου επικοίζει το βαρβαρικό φύλο των Ρηγχίνων, οι οποίοι όμως πιθανότατα ήταν βλάχικης καταγωγής και συμπαρασύρθηκαν από την κάθοδο των Σλάβων, καθώς αναφέρονται επανειλημμένα και ως «Βλαχορηγχίνοι».

Αρχαιολογικές ανασκαφές και ευρήματα

Οι ανασκαφές στο οχυρωμένο Βυζαντινό οικισμό της Μυγδονικής Ρεντίνας ξεκίνησαν το 1976 από το Κέντρο Βυζαντινών Ερευνών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης με την εποπτεία της Ενάτης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων και με επιστημονική ευθύνη του καθηγητή Ν.Κ. Μουτσόπουλου και συνεχίζονται έως και σήμερα. Η ολοκλήρωση των αρχαιολογικών στρωματογραφικών τομών σε διάφορα σημεία της δυτικής πλευράς του λόφου, απέδωσε στα κατώτατα στρώματα άφθονα εργαλεία και άλλα αντικείμενα νεολιθικής εποχής, αρχαϊκά ειδώλια και όστρακα αγγείων που χρονολογήθηκαν από την κλασική μέχρι την ρωμαϊκή και την παλαιοχριστιανική εποχή. Στο σύνολο των ευρημάτων συγκαταλέγονται τουλάχιστον 2.000 ελληνικά νομίσματα, 400 αγγεία εξαιρετικής τέχνης, καθώς και ελληνικές επιγραφές.

Μεταξύ των ευρημάτων περιλαμβάνονται βυζαντινοί σκύφοι και όστρακα αγγείων του 10ου έως και του 14ου αιώνα, αργυρά περιδέραια και άλλα κοσμήματα χρυσά και αργυρά, βυζαντινό θωράκιο Λάρνακας του 11ου αιώνα, επιγραφές που είχαν μεταγενέστερα χρησιμοποιηθεί ως οικοδομικά υλικά. Επιπλέον, έχουν ανασκαφεί το μυστικό κλιμακοστάσιο που οδηγούσε από τον ακρόπυργο στις υπόγειες δεξαμενές και χρησίμευε ως κρυφή διαφυγή, ο παλαιολόγιος ναός, η βασιλική του 10ου αιώνα, κατοικίες και εργαστήρια του οικισμού, ναΐσκος και νεκροταφείο στο έξω των τειχών τμήμα του οικισμού, παλαιοχριστιανικό λουτρό, διάφορα ταφικά συγκροτήματα ενώ στην Βασιλική του 10ου αιώνα διασώθηκαν και τεμάχια από τοιχογραφίες. Επίσης, οι έρευνες τα τελευταία είκοσι χρόνια στον οχυρό Βυζαντινό οικισμό βοήθησαν στην αποκατάσταση του κοινωνικού και στρατηγικού ρόλου που διαδραματίζουν τα βυζαντινά κάστρα που διαφεντεύουν «Κλεισούρες», όπως και την καθημερινή ζωή σε ένα τέτοιο οχυρό οικισμό, στον οποίο ακόμα και τα σκεύη καθημερινής χρήσεως καθόλου δεν υστερούν σε ποιότητα από τα αντίστοιχα των αστικών βυζαντινών κέντρων.

Στόχος είναι η δυνατότητα επίσκεψης του χώρου σε ένα ευρύτερο κοινό και διδαχής από την αποκατάσταση του μοναδικού μέχρι σήμερα στο Βορειοελλαδικό χώρο Βυζαντινού οικισμού, που βρισκόταν δίπλα στο μοναδικό δρόμο επικοινωνίας Ανατολής και Δύσης, στην αρχαία Εγνατία Οδό, που κέντρο ζωής και δράσης τόσο από την 3η χιλιετία έως τον 7ο αιώνα μ.Χ. αλλά και από τον 9 έως τον 15ο μ.Χ. αιώνα ως βυζαντινό οχυρωμένο πόλισμα.

wikipedia

 

Μουσειο μαρμαρου Διονυσου.

Το Αλούλα, από το όνομα παλιού εργολάβου του λατομείου, είναι παλιός λατομικός χώρος στην περιοχή Διονύσου Πεντέλης, του οποίου οι εργασίες σταμάτησαν την περίοδο του 1940.

Το 1994 η εταιρεία «Λατομεία Διονύσου Πεντέλης» αποφάσισε να αποκαταστήσει το χώρο και να μετατρέψει το παλιό λατομείο, στη θέση Αλούλα, σε χώρο αναψυχής και παράλληλα ανάδειξης της ντόπιας λατομικής τέχνης.

Οι εργασίες αποκατάστασης στο Αλούλα , από ένα συνεργείο Παριανών παλιών λατόμων, που πριν αρχίσουν να εργάζονται στην εταιρεία, δούλευαν στην νότια πλευρά της Πεντέλης.

Η καταγωγή τους είναι από τις Λεύκες και το Μαράθι, δηλαδή δύο χωριά ανάμεσα στα οποία βρίσκεται το σημαντικότερο λατομείο μαρμάρου της Ελλάδας. Είναι αυτό που βγάζει τον λυχνίτη, το λευκό διαφανές μάρμαρο από το οποίο κατασκευάστηκαν ο Ερμής του Πραξιτέλη, η Αφροδίτη της Μήλου, η Νίκη της Σαμοθράκης και κάποια άλλα από τα πιο γνωστά έργα της κλασσικής αρχαιότητας.

Ένα μυθικό νήμα τους οδήγησε να διαλέξουν την τέχνη των προγόνων τους, αφού πρώτα πέρασαν από τα λατομεία της αρχαιότητας στην άλλη πλευρά της Πεντέλης (νότια).

Η εταιρεία «Λατομεία Διονύσου Πεντέλης» διέθεσε τους πέντε Παριανούς, παρείχε υποστήριξη με μηχανήματα, και επετέλεσε ένα πολύ σημαντικό έργο με την καλαίσθητη διαρύθμιση του μουσειακού χώρου και την διαμόρφωση του τοπίου με σεβασμό στη φύση, βοήθησε να ξεπεραστεί κάθε εμπόδιο, μέχρι σήμερα.

Οι στόχοι που κυριάρχησαν, με συμφωνία του επιβλέποντα αρχικά το έργο και των λατόμων, ήταν πολύ καθαροί. Θα σεβαστούμε το χώρο, θα τιμήσουμε τους λατόμους και την τέχνη τους, θα μας οδηγήσει στις επιλογές μας η φύση, θα χρησιμοποιήσουμε μόνον πέτρα, θα μιμηθούμε τους παλαιούς κανόνες. Αυτή η σύμβαση τελικά , υπερίσχυσε στις βασικές επιλογές.

Το Αλούλα αποτελεί ήδη έναν πρότυπο χώρο αρχιτεκτονικής λατομικού τοπίου και παράλληλα αναψυχής και πολιτισμού, όπου θα κυριαρχεί η λατομική δραστηριότητα όπως την ασκούσαν από την αρχαιότητα μέχρι την στιγμή που σταμάτησε το λατομείο.

Το Αλούλα δεν είναι η πόλη των …νάνων, αλλά ένα ανοικτό μουσείο τέχνης, ίσως λίγο αλλόκοτο, αλλά κυρίως γοητευτικό. Kι ακόμη ένας χώρος αναψυχής, με καταπληκτική θέα του Διονύσου, της Πεντέλης, της Πάρνηθας, του Μαραθώνα μέχρι απέναντι την Εύβοια.

Η Αλούλα, η Λούλα και η σπιθούλα

Του λείπει μόνο ένας χώρος όπου θα οργανωθεί και θα παρουσιάζεται με κατάλληλα διαδραστικά οπτικοακουστικά εργαλεία, η ιστορία και η τεχνολογία του μαρμάρου, ειδικότερα του Πεντελικού, που κατέχει ιδιαίτερη θέση στην αρχιτεκτονική και την τέχνη της Ελλάδας από την αρχαιότητα έως τις μέρες μας.

Κι ακόμα του λείπει η συνδομή της Πολιτείας για την ανάδειξή του σε αρχιτεκτονικό και πολιτιστικό μνημείο, και την διαμόρφωση ρεύματος εναλλακτικού τουρισμού που θα επέτρεπε την περαιτέρω αξιοποίησή του.

Το Αλούλα, από το όνομα παλιού εργολάβου του λατομείου, είναι παλιός λατομικός χώρος στην περιοχή Διονύσου Πεντέλης, του οποίου οι εργασίες σταμάτησαν την περίοδο του 1940.

Το 1994 η εταιρεία «Λατομεία Διονύσου Πεντέλης» αποφάσισε να αποκαταστήσει το χώρο και να μετατρέψει το παλιό λατομείο, στη θέση Αλούλα, σε χώρο αναψυχής και παράλληλα ανάδειξης της ντόπιας λατομικής τέχνης.

Οι εργασίες αποκατάστασης στο Αλούλα , από ένα συνεργείο Παριανών παλιών λατόμων, που πριν αρχίσουν να εργάζονται στην εταιρεία, δούλευαν στην νότια πλευρά της Πεντέλης.

Η καταγωγή τους είναι από τις Λεύκες και το Μαράθι, δηλαδή δύο χωριά ανάμεσα στα οποία βρίσκεται το σημαντικότερο λατομείο μαρμάρου της Ελλάδας. Είναι αυτό που βγάζει τον λυχνίτη, το λευκό διαφανές μάρμαρο από το οποίο κατασκευάστηκαν ο Ερμής του Πραξιτέλη, η Αφροδίτη της Μήλου, η Νίκη της Σαμοθράκης και κάποια άλλα από τα πιο γνωστά έργα της κλασσικής αρχαιότητας.

Ένα μυθικό νήμα τους οδήγησε να διαλέξουν την τέχνη των προγόνων τους, αφού πρώτα πέρασαν από τα λατομεία της αρχαιότητας στην άλλη πλευρά της Πεντέλης (νότια).

Η εταιρεία «Λατομεία Διονύσου Πεντέλης» διέθεσε τους πέντε Παριανούς, παρείχε υποστήριξη με μηχανήματα, και επετέλεσε ένα πολύ σημαντικό έργο με την καλαίσθητη διαρύθμιση του μουσειακού χώρου και την διαμόρφωση του τοπίου με σεβασμό στη φύση, βοήθησε να ξεπεραστεί κάθε εμπόδιο, μέχρι σήμερα.

Οι στόχοι που κυριάρχησαν, με συμφωνία του επιβλέποντα αρχικά το έργο και των λατόμων, ήταν πολύ καθαροί. Θα σεβαστούμε το χώρο, θα τιμήσουμε τους λατόμους και την τέχνη τους, θα μας οδηγήσει στις επιλογές μας η φύση, θα χρησιμοποιήσουμε μόνον πέτρα, θα μιμηθούμε τους παλαιούς κανόνες. Αυτή η σύμβαση τελικά , υπερίσχυσε στις βασικές επιλογές.

Το Αλούλα αποτελεί ήδη έναν πρότυπο χώρο αρχιτεκτονικής λατομικού τοπίου και παράλληλα αναψυχής και πολιτισμού, όπου θα κυριαρχεί η λατομική δραστηριότητα όπως την ασκούσαν από την αρχαιότητα μέχρι την στιγμή που σταμάτησε το λατομείο.

 

Το Αλούλα δεν είναι η πόλη των …νάνων, αλλά ένα ανοικτό μουσείο τέχνης, ίσως λίγο αλλόκοτο, αλλά κυρίως γοητευτικό. Kι ακόμη ένας χώρος αναψυχής, με καταπληκτική θέα του Διονύσου, της Πεντέλης, της Πάρνηθας, του Μαραθώνα μέχρι απέναντι την Εύβοια.

Η Αλούλα, η Λούλα και η σπιθούλα

Του λείπει μόνο ένας χώρος όπου θα οργανωθεί και θα παρουσιάζεται με κατάλληλα διαδραστικά οπτικοακουστικά εργαλεία, η ιστορία και η τεχνολογία του μαρμάρου, ειδικότερα του Πεντελικού, που κατέχει ιδιαίτερη θέση στην αρχιτεκτονική και την τέχνη της Ελλάδας από την αρχαιότητα έως τις μέρες μας.

Κι ακόμα του λείπει η συνδομή της Πολιτείας για την ανάδειξή του σε αρχιτεκτονικό και πολιτιστικό μνημείο, και την διαμόρφωση ρεύματος εναλλακτικού τουρισμού που θα επέτρεπε την περαιτέρω αξιοποίησή του.

 

Η Λιβαδειά

Η Λιβαδειά είναι πόλη της Στερεάς Ελλάδας. Σύμφωνα με την προηγούμενη διοικητική οργάνωση, αποτελούσε πρωτεύουσα του Νομού Βοιωτίας, της άλλοτε ομώνυμης επαρχίας, του πρώην Νομού Αττικοβοιωτίας και έδρα του Καποδιστριακού Δήμου Λεβαδέων. Ακόμη, αποτελεί έδρα της Ιεράς Μητροπόλεως Θηβών και Λεβαδείας.
Με την σημερινή ονομασία δεν την αναφέρει ο Όμηρος πολλοί όμως ιστορικοί μεταξύ των οποίων και ο Παυσανίας θεωρούν ότι υπήρχε επί Ομήρου όπου και την ταυτίζουν με τη Μίδεια που πιθανότερο να ήταν το ομηρικό όνομά της. Με αυτό το όνομα αναφέρεται από τον Όμηρο ανάμεσα στις βοιωτικές πόλεις που συμμετείχαν στον Τρωικό πόλεμο υπό τους: Πηνέλεων, Λήιτον, Αρκεσίλαον, Προθοήνορα και Κλονίον. Αργότερα φέρεται να μετονομάστηκε σε Λεβάδεια από τον Αθηναίο Λέβαδο, που μετοίκησε τους κατοίκους σε υπώρεια παρακείμενου λόφου.
Κατά τους ιστορικούς χρόνους, η Λιβαδειά ήταν περίφημη για το πανάρχαιο Μαντείο του Τροφωνίου, το οποίο είχαν επισκεφθεί και συμβουλευθεί ο Κροίσος, ο Μαρδόνιος, ο Αιμίλιος Παύλος κ.ά. Πήρε μέρος στο κοινό των Βοιωτών, έχοντας κοινό νόμισμα και ακολούθησε την τύχη των άλλων βοιωτικών πόλεων. Το 395 π.Χ. λεηλατήθηκε από τον Λύσανδρο, λίγο πριν από τη Μάχη της Αλιάρτου και το 86 π.Χ. όπου συνέβη η κατάληψη και λεηλασία του ναού του Τροφωνίου από τον Αρχέλαο, στρατηγό του Μιθριδάτη, πριν τη Μάχη της Χαιρώνειας μεταξύ αυτού και των Ρωμαίων υπό τον Σύλλα. Παρά ταύτα γνώρισε όμως ιδιαίτερη ακμή κατά τον 2ο μ.Χ. αιώνα λόγω των πολλών ιερών και ναών της.
Η αρχαία πόλη ήταν κτισμένη στη δεξιά όχθη της Έρκυνας, και ερείπιά της ήλθαν στο φως μετά από ανασκαφές. Τα περισσότερα οικοδομήματα (λουτρό, αγορά, δρόμος, μητρώο) καθώς και μεγάλος αριθμός επιγραφών χρονολογούνται από τον 4ο π.Χ. ως τον 3ο μ.Χ. αιώνα.
Ο σημαντικότερος όμως αρχαιολογικός χώρος είναι το μαντικό ιερό του Τροφωνίου, το οποίο εντοπίστηκε και ανασκάφηκε στην αριστερή όχθη της Έρκυνας, στο όρος του Αϊ Λια. Στο ιερό αυτό άλσος, το οποίο περιγράφει αναλυτικότερα ο Παυσανίας, πιθανόν να λειτουργούσε και μέχρι την εποχή του Αυτοκράτορα του Βυζαντίου Θεοδοσίου Α΄. Μέσα στο άλσος, εκτός από το ιερό του Τροφωνίου, υπήρχαν χώροι ή κτίσματα αφιερωμένα στη λατρεία της Αγαθής Τύχης, του Αγαθού Δαίμονος, της Αρτέμιδος, του Ερμή, του Διονύσου και θεοτήτων του τοκετού. Υπήρχαν επίσης ο τάφος του Αρκεσιλάου, ιερά του Απόλλωνα και της Δήμητρας, καθώς και ημίεργος ναός του Διός Βασιλέως, προς τιμήν του οποίου τελούνταν κατά τον μήνα Πάναμο τα Βασίλεια, γιορτή με αγώνες και πομπές κανηφόρων που ίσως να καθιερώθηκε το 371 π.Χ. σε ανάμνηση της νίκης των Θηβαίων και άλλων Βοιωτών στα Λεύκτρα.
Στις παραμονές της Επανάστασης του 1821, η «Γκιαούρ Λιβαδειά», όπως την ονόμαζαν οι Τούρκοι για τον πολυάριθμο ελληνικό πληθυσμό της, είχε 10.000 Έλληνες κατοίκους, που επιδίδονταν στη γεωργία, το εμπόριο και τη βιοτεχνία. Το 1820 η πόλη ήταν το κέντρο των ενεργειών της Φιλικής Εταιρείας στην ανατολική Στερεά Ελλάδα, στην οποία και είχαν μυηθεί οι πρόκριτοί της Νικόλαος Νάκος, Ιωάννης Λογοθέτης και Ιωάννης Φίλων. Την εποχή εκείνη βοεβόδας της Λιβαδειάς ήταν ο Καρά Ισμαήλ Αγάς. Όταν ο τελευταίος έλαβε είδηση ότι κάποια κίνηση ετοιμάζουν οι Χριστιανοί κάτοικοι υποπτεύθηκε ότι ήταν ενέργεια του Αλή πασά σε αντιπερισπασμό εναντίον του οποίου κινούνταν σουλτανικά στρατεύματα.
Για το λόγο αυτό ζήτησε από τον ιεραρχικά προϊστάμενό του Πασά της Χαλκίδας τη θανάτωση όλων των προκρίτων της περιοχής ή τουλάχιστον τη σύλληψή τους, όπως είχε ενεργήσει και ο καϊμακάμης της Τριπολιτσάς.
Τότε οι παραπάνω τρεις πρόκριτοι όχι μόνο κατάφεραν με διάφορες ενέργειες και δωροδοκίες να κηρυχθούν αθώοι αλλά και εκμεταλλευόμενοι την υψηλή προστασία της πόλης να πετύχουν την αντικατάσταση του βοεβόδα δια του Χασάν Αγά.
Έτσι ανεπιτήρητοι πλέον οι πρόκριτοι της Λιβαδειάς συνέχισαν την προετοιμασία της εξέγερσης ορίζοντας τον κάτοικο της Λιβαδειάς Αθανάσιο Διάκο, (που είχε στο μεταξύ αποστατήσει από την Αυλή του Αλή πασά και είχε αναλάβει υπαρχηγός του αρματολού Οδυσσέα Ανδρούτσου και ειδικότερα τη φρούρηση της από Δαύλεια προς Αράχωβα και Άμφισσα (Σάλωνα) οδικής διέλευσης), την ανάληψη της αρχηγίας των όπλων στη περιοχή σε συνεργασία με τον από Αράχοβα σύντροφό του Βασίλη Μπούσγο.
Η έκρηξη της Επανάστασης στη περιοχή της Λιβαδειάς εκδηλώθηκε τη νύκτα της 25ης προς την 26η Μαρτίου του 1821 όταν έπεσε το «πρώτο βόλι» από τον Βασίλη Μπούσγο και τους ένοπλους άνδρες του, (που του είχαν θέσει στη διάθεσή του οι προύχοντες της Αράχοβας), στη θέση «στενό του Ζεμενού» σκοτώνοντας μερικούς Τούρκους. Η εμπλοκή αυτή που φέρεται να έγινε με υπόδειξη του Αθανασίου Διάκου λόγω της παρατεινόμενης ασυμφωνίας και αναβλητικότητας των προκρίτων της Λιβαδειάς, όπως ομοίως συνέβη και στα Καλάβρυτα, έσπευσε στη συνέχεια να την παρουσιάσει ευφυέστατα στον Χασάν Αγά της Λιβαδειάς ο ίδιος ο Α. Διάκος ως δήθεν επίθεση της εμπροσθοφυλακής του Ο. Ανδρούτσου που πλησιάζει με 10.000 Έλληνες επαναστάτες. Κατόπιν αυτού την ίδια ημέρα (26 Μαρτίου) ο Α. Διάκος έλαβε την άδεια της ελεύθερης στρατολόγησης ενόπλων ανδρών.
Παρότι και σε νέα προσπάθεια ο Α. Διάκος δεν πέτυχε τη σύμπνοια των προκρίτων προχώρησε σε πολεμικές ενέργειες αγνοώντας τους. Έτσι τη νύχτα της 28ης προς την 29η Μαρτίου ηγούμενος των στρατολογημένων από τον ίδιο επαναστατών κατέλαβε τον λόφο του Προφήτη Ηλία κατ΄ απέναντι θέση από το κάστρο της Λιβαδειάς στο οποίο καθώς και στον Πύργο Ώρα, στο μέσον της πόλης, είχαν καταφύγει οι Τούρκοι έχοντας μαζί τους ως ομήρους τους προεστώτες Ν. Νάκο και Λογοθέτη μόλις έμαθαν τον ξεσηκωμό της Άμφισσας. Από εκεί μετά την άρνηση του Χασάν αγά να παραδώσει την πόλη ο Α. Διάκος άρχισε την επίθεση. Στις 31 Μαρτίου, κατελήφθη η πόλη ενώ οι Τούρκοι, που είχαν κλειστεί στον πύργο Ώρα, παραδόθηκαν και στις 1 Απριλίου (13 Απριλίου ν.ημ.) παραδόθηκε το κάστρο. Σε πανηγυρική δοξολογία που φέρεται ν΄ ακολούθησε στην εκκλησία της Αγίας Παρασκευής, οι επίσκοποι Σαλώνων, Ταλαντίου (Αταλάντης) και Αθηνών ευλόγησαν την επαναστατική σημαία του Διάκου.
Δύο μήνες περίπου μετά στις 26 Ιουνίου διερχόμενος από την περιοχή ο Ομέρ Βρυώνης καταλαμβάνοντας την πόλη, εκτός του κάστρου πυρπόλησε μεγάλο μέρος της αυτής. Γενικά κατά τη διάρκεια της Επανάστασης η πόλη δοκιμάστηκε επανειλημμένα από τις τουρκικές στρατιές που κατευθύνονταν στην Πελοπόννησο, και στην περιοχή δόθηκαν οι τελευταίες μάχες του Αγώνα. Κατά τις επιχειρήσεις του 1828 στην Ανατολική Στερεά, με επικεφαλής τον Δημήτριο Υψηλάντη, οι Τούρκοι που βρίσκονταν στη Λιβαδειά πολιορκήθηκαν από το σώμα του Βάσου Μαυροβουνιώτη και από άτακτο ιππικό, και στις 5 Νοεμβρίου 1828 παρέδωσαν την πόλη. Νέο όμως τουρκικό σώμα υπό τον Μαχμούτ πασά κατέλαβε και πάλι τη Λιβαδειά, που αναγκάστηκε όμως να την εγκαταλείψει τις 8 Φεβρουαρίου 1829, για να αποφύγει την κύκλωση με το σχέδιο που εφάρμοζε ο Γεώργιος Καραϊσκάκης. Μετά δε τη μάχη της Πέτρας εξαφανίστηκαν και όλοι οι Τούρκοι από την Βοιωτία.
wikipedia

Μονή Ζωοδόχου Πηγής

Η Ιερά Μονή Ζωοδόχου Πηγής Βελανιδιάς Μεσσηνίας , κτίσμα του 17ου αιώνα, οφείλει την ονομασία της σε μια αιωνόβια και «υψίκορμον» βελανιδιά (δρυ), η οποία «πρόρριζα απεσπάσθη» από το μεγάλο σεισμό του 1884.

Γυναικεία μονή από το 1966. Εορτάζει με πανηγύρι που συγκεντρώνει πολύ κόσμο την πρώτη Παρασκευή που ακολουθεί μετά το Πάσχα. Κατά τους σεισμούς της Καλαμάτας το 1986 έπαθε πλήρη καταστροφή με θύματα δύο μοναχές. Μετά τον σεισμό, ανακαινίστηκε πλήρως με τη φροντίδα του Μητροπολίτη Μεσσηνίας Χρυσοστόμου.

Βρίσκεται σε υψόμετρο 350 – 400 μέτρα από την επιφάνεια της θάλασσας. Τη συναντάμε 6 χιλιόμετρα βόρεια της Καλαμάτας, με την οποία συνδέεται με ασφαλτοστρωμένο αυτοκινητόδρομο. Από εκεί συνεχίζεται βόρειο-ανατολικά το παλιό πλακόστρωτο γραφικό καλντερίμι, του παλαιού δρόμου Καλαμάτας – Αλαγονίας (προς τα χωριά Αρτεμησία, Πηγές, Αλαγονία και Νέδουσα), το οποίο κινείται δυτικά του Νέδοντα (απέναντι από τους πέντε δρόμους παράλληλα με την αμαξωτή οδό Καλαμάτας – Σπάρτης).

Η ιερά μονή Βελανιδιάς αποτελεί το σημείο έναρξης ή λήξης του οδοιπορικού που διοργανώνουν διάφοροι πολιτιστικοί, ορειβατικοί και λοιποί σύλλογοι. Το άλλο σημείο του παλιού δρόμου βρίσκεται στο σημείο «του Λαγού το Χάνι», στον αυτοκινητόδρομο προς Νέδουσα και κοντά στο πεντάτοξο γεφύρι του μηχανικού Μασουρίδη και το εκκλησάκι του Αγίου Πολυκάρπου.

Η ιστορία της μονής είναι ιδιαίτερα σημαντική και εντυπωσιακή και συνδέεται με αξιόλογα γεγονότα του μεσσηνιακού τόπου. Πληροφορίες για το μοναστήρι αυτό αντλούμε από πατριαρχικό σιγίλιο του 1727, πού το ονομάζει «ιερόν και σεβάσμιον μοναστήριον πατριαρχικόν Σταυροπηγιακόν, εἰς όνομα σεμνυνόμενον της υπεραγίας ημών Θεοτόκου της κυρίας Χρυσοπηγής κατά την τοποθεσίαν Βελανιδείαν». Το Καθολικό, σύμφωνα με επιγραφή που βρισκόταν στο υπέρθυρο της μονής, ιδρύθηκε το 1679 και είναι αφιερωμένο στη Ζωοδόχο Πηγή.

Το μοναστήρι από την ίδρυσή του ήταν ανδρικό μέχρι και το έτος 1966, οπότε μετετράπη σε γυναικείο και την ταυτότητά του αυτή τη διατηρεί μέχρι σήμερα. Κατά τη διάρκεια του βίου του λεηλατήθηκε, πυρπολήθηκε και ισοπεδώθηκε είτε από επιδρομές βαρβάρων και ξένων κατακτητών είτε από καταστροφικούς σεισμούς, αλλά πάλι ξανακτίστηκε. Τελευταία φορά ανοικοδομήθηκε εκ θεμελίων μετά το σεισμό του Σεπτεμβρίου 1986.

Κατά τα προεπαναστατικά χρόνια, υπήρξε ορμητήριο και κρησφύγετο κλεφτών και αρματολών, ενώ οπλαρχηγοί όπως ο πρωτεργάτης του Αγώνα του 1821 Αρχιμανδρίτης Γρηγόριος Δικαίος Φλέσσας ή Παπαφλέσσας, ο οποίος μόνασε εδώ, ο Νεδουσαίος Νικήτας Σταματελόπουλος ή Νικηταράς ή Τουρκοφάγος, ο Γέρος του Μοριά Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και ο Αναγνωσταράς με ορμητήριο τον Βόρειο Δυτικό Ταΰγετο, την Μονή Μαρδακίου, Σιδερόπορτας, Δημιόβης, Προφήτη Ηλία και Βελανιδιάς, στη διάρκεια της Επανάστασης συγκεντρώνονταν εδώ και συσκέπτονταν[1]. Στις 23 Μαρτίου του 1821 ξεκινώντας απ’ αυτή επικεφαλής αγωνιστών, μπήκαν στην Καλαμάτα, όπου μαζί με άλλους αρχηγούς και επαναστατημένους Έλληνες ελευθέρωσαν την πόλη, χωρίς να γίνει μάχη και να χυθεί αίμα. Έτσι η Καλαμάτα είναι η πρώτη ελληνική πόλη που απελευθερώθηκε από τον τουρκικό ζυγό. Η σημασία που είχε η μονή οδήγησε στην καταστροφή της από τον Ιμπραήμ Πασά το 1825.

Κάθε χρόνο, στις 23 Μαρτίου, επέτειο της έναρξης του αγώνα και της απελευθέρωσης της πόλης από τον τουρκικό ζυγό, οι εκδηλώσεις κορυφώνονται το απόγευμα, στην πλατεία 23ης Μαρτίου, με υποδοχή της ιερής φλόγας από την ιερά Μονή Βελανιδιάς.

Κατά τη γερμανική κατοχή, το μοναστήρι ήταν καταφύγιο του ΕΛΑΣ και των επαναστατικών ομάδων του Ταϋγέτου και για το λόγο αυτόν ισοπεδώθηκε από βομβαρδισμό των Γερμανών από το κάστρο της Καλαμάτας το Νοέμβριο του 1943. Στη Μονή Βελανιδιάς μόνασε και ο πατήρ Πολύκαρπος, ο οποίος σύμφωνα με τον Μητροπολίτη Νικοπόλεως Μελέτιο, ο οποίος τον συνάντησε το 1954, είχε το χάρισμα των δακρύων.

Επίσης στην Μονή Βελανιδιάς μεταγράφεται ως κληρικός της Μητροπόλεως Μεσσηνίας, από την Μονή Φανερωμένης της Μητροπόλεως Θεσσαλιώτιδος Μητροπολίτης Μεσσηνίας Χρυσόστομος Θέμελης κατά κόσμο Αδάμ Θέμελης, ο οποίος γεννήθηκε στην Ιστιαία Εύβοιας στις 25 Σεπτέμβρη 1918 και πέθανε στην Καλαμάτα 28 Φεβρουαρίου του 2007 σε ηλικία 89 ετών.

wikipedia

 

Πολυλίμνιο Μεσσηνίας

Στον Νομό Μεσσηνίας, στην κοινότητα Χαραυγή του Δήμου Μεσσήνης, βρίσκεται το Πολυλίμνιο, ένα σύμπλεγμα από πολλές λίμνες οι οποίες λόγω του ανώμαλου εδάφους δημιουργούν Λίμνες και καταρράκτες. Οι λίμνες Μαυρηλίμνα με το Κεφαλοβρυσο, Μαυρολίμνα και μετά ο καταρράκτης της Κάδης δεσπόζει ανάμεσα στα μεγάλα και κοφτερά βράχια του φαραγγιού, με τα νερά του να σκάνε πάνω στην επιφάνεια της λίμνης από ύψος 25 μέτρων. Το πλήθος των λιμνών δίνει την δυνατότητα στους επισκέπτες να δουν και μέρη αξιόλογα χωρίς να κουραστούν ιδιαίτερα καθώς ο τοπικός δρόμος τους βγάζει δίπλα από άλλες λίμνες, αριστερά Καδη, Ιταλού, Σταθούλας και δεξιά η Μαυρηλίμνα , η Μαυρολίμνα και το μονοπάτι που τις συνδέει και φτάνει μέχρι την Κάδη.

Η πρόσβαση στην κοινότητα Χαραυγή του Δήμου Βουφράδος είναι εύκολη, καθώς βρίσκεται μεταξύ Πύλου και Μεσσήνης. Στο ενδιάμεσο και πιο συγκεκριμένα στην κοινότητα Καζάρμα υπάρχει πινακίδα που οδηγεί στην κοινότητα Χαραυγή και στον τελικό προορισμό του Πολυλιμνίου.

wikipedia

 

Μεσολόγγι

Το Μεσολόγγι είναι πόλη της δυτικής Στερεάς Ελλάδος, έδρα του Νομού Αιτωλοακαρνανίας και του ομώνυμου δήμου. Η πόλη, χτισμένη σε έναν προσχωσιγενή βραχίονα που σχηματίζεται ανάμεσα στην ομώνυμη λιμνοθάλασσα και στη λιμνοθάλασσα της Κλείσοβας, βρίσκεται σε απόσταση 249 χλμ. από την Αθήνα και απέχει περίπου 35 χλμ. από το Αγρίνιο και 37 χλμ. από το Αντίρριο. Ο πληθυσμός του Καλλικρατικού δήμου σύμφωνα με τα οριστικά αποτελέσματα της Απογραφής του 2011 είναι 34.416 κάτοικοι, ενώ της πόλης ανέρχεται σε 12.785 κατοίκους. Το Μεσολόγγι αποτελεί έδρα του Καλλικρατικου Δήμου Ιεράς Πόλεως Μεσολογγίου, ο οποίος αποτελείται από τους πρώην Δήμους Μεσολογγίου, Οινιάδων και Αιτωλικού.

Στα βορειοδυτικά του Μεσολογγίου υπάρχουν τα ερείπια της Πλευρώνας («Ασφακοβούνι»), μίας πόλης η οποία αναφέρεται στα έργα του Ομήρου. Συμμετείχε στον Τρωικό πόλεμο και καταστράφηκε από τον Δημήτριο τον Αιτωλικό. Η νέα πόλη, η οποία χτίστηκε στα ερείπια της παλιάς, ήταν μία από τις πιο σημαντικές της Αιτωλίας και είχε 30 πύργους και 7 πύλες. Τα ερείπια ενός αρχαίου θεάτρου ακόμη υπάρχουν.

Το όνομα Μεσολόγγι πρωτοαναφέρθηκε από τον Βενετό Παρούτα (Paruta), ο οποίος περιέγραφε την ναυμαχία του Λεπάντο κοντά στη Ναύπακτο. Αρκετές ιστορικές πηγές αναφέρουν πως το όνομα Μεσολόγγι προέρχεται από την ένωση των δύο ιταλικών λέξεων, Μezzo/messo και langi το οποίο σημαίνει «ένα μέρος εν μέσω λιμνών» ή «ένα μέρος που περιβάλλεται από λίμνες». Από τον συνοικισμό των ψαράδων που διέμειναν εκεί σχηματίστηκε ένα μικρό ναυτικό κέντρο, το οποίο μέσα σε λίγες δεκαετίες εξελίχθηκε σε σημαντικό εμπορικό λιμάνι. Το 1726 ιδρύθηκε στο Μεσολόγγι το υποπροξενείο της Βενετίας με πρώτο πρόξενο τον Νάξιο Σπυρίδωνα Μπαρότση.

Με την έκρηξη της επανάστασης του 1770 (Ορλωφικά) συγκροτήθηκε στο Μεσολόγγι προσωρινή επαναστατική κυβέρνηση υπό την αρχηγία του Παναγιώτη Παλαμά. Οι συνέπειες αυτής της ενέργειας ήταν δραματικές, αφού τον Απρίλιο του ιδίου έτους ο στόλος του Μεσολογγίου καταστράφηκε, η πόλη πυρπολήθηκε και οι Μεσολογγίτες αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους και να καταφύγουν στα Επτάνησα. Μετά την λήξη των εχθροπραξιών, οι κάτοικοι επέστρεψαν, ανοικοδόμησαν την πόλη τους και επανίδρυσαν τον στόλο τους, ο οποίος δοκιμάστηκε ακόμη μία φορά στα χρόνια του Αλή πασά. Το Μεσολόγγι επαναστάτησε ξανά στις 20 Μαΐου του 1821 και ήταν μία από τις κύριες Ελληνικές δυνάμεις στον απελευθερωτικό αγώνα. Οι κάτοικοι αντιστάθηκαν στις επιθέσεις της Οθωμανικής αυτοκρατορίας το 1822 (Πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου) και το 1823 (Δεύτερη πολιορκία του Μεσολογγιού). Η τρίτη επίθεση ξεκίνησε στις 15 Απριλίου του 1825 από τον Κιουταχή, του οποίου ο στρατός αριθμούσε 30.000 άντρες και αργότερα ενισχύθηκε με άλλους 10.000 οι οποίοι καθοδηγούνταν από τον Ιμπραήμ. Μεταξύ του οθωμανικού στρατού υπήρχαν και 3.000 Μιρδίτες, δηλαδή Καθολικοί από τη Βόρεια Αλβανία (αναφερόμενοι στα σχετικά δημοτικά ως «Λατίνοι») και 700 Ρώσοι Κοζάκοι του Ντον.

Η αβαθής (0,45 – 1,65 μ.) λιμνοθάλασσα της Δυτικής Στερεάς Ελλάδας είναι η σημαντικότερη από αυτές που σχηματίζονται λόγω των προσχώσεων των ποταμών Ευήνου και Αχελώου. Η περιοχή φημίζεται για την πλούσια πτηνοπανίδα και ιχθυοπανίδα της. Τα ρηχά νερά της βοηθούν στην ανάπτυξη πλούσιας χλωρίδας από γύκη και θαλάσσια μακρόφυτα, που αποτελούν τροφή για δεκάδες χιλιάδες πάπιες, βουτηχτές, τσικνιάδες, κορμοράνους, γλάρους, ενώ τακτική είναι η παρουσία αρπακτικών πτηνών, όπως ο ψαλιδιάρης και βασιλαετός (Aquila heliaca).

Το Μεσολόγγι είναι γνωστό για τα αλιευτικά του προϊόντα, ιδιαίτερα το φημισμένο αυγοτάραχο, του κέφαλου μιας και η παρακείμενη λιμνοθάλασσα είναι ιδανικό μέρος για ιχθυοκαλλιέργειες. Η λιμνοθάλασσα με τις γραφικές «πελάδες» της-τα μικρά ξύλινα σπιτάκια πάνω σε πασσάλους, μέσα στο νερό- προστατεύεται από την γνωστή Συνθήκη Ραμσάρ επικυρωμένη στη Ελλάδα από το 1974 και αποτελεί περιβαλλοντικό πάρκο και οικοσύστημα.

wikipedia

 

Οι καταρράκτες της Βαρβάρας

Οι καταρράκτες της Βαρβάρας Δήμος Αριστοτέλη

Η συμφωνία της φύσης περιλαμβάνει δύο απίθανους καταρράκτες και ολοκληρώνεται με τους ίταμους, τα σκλήθρα, τις φλαμουριές, τις οξιές, τις άγριες φουντουκιές που φυτρώνουν ολόγυρα, ενώ τα βράχια με τα έντονα χρώματα σχηματίζουν ένα είδος πύλης στα ψηλά. Τόσο η τοποθεσία όσο και η αίσθηση ηρεμίας, γαλήνης και επαφής με το φυσικό στοιχείο σε κάνουν να νομίζεις ότι ανακάλυψες ένα κομμάτι του επι γης παραδείσου.

Αφήνοντας το όχημά σας στον χώρο στάθμευσης και μπαίνοντας στη ρεματιά μπορείτε να δείτε τους δύο καταρράκτες. Το σημείο από παλιά ονομαζόταν «του Αγγελούση» και το νερό καταλήγει στον Μαυρόλακα, το ποτάμι που είναι το σύνορο Ολυμπιάδας-Βαρβάρας. O πρώτος καταρράκτης είναι ορατός από ψηλά, ενώ στον δεύτερο θα νιώσετε την ορμή του νερού, ακόμα και το καλοκαίρι. Η περιπατητική διαδρομή ανακάλυψης είναι σύντομη (5-10 λεπτά) και τόσο τα ξύλινα γεφυράκια, όσο και η σωστή σηματοδότηση συμβάλλουν θετικά στην απόλαυση του μοναδικού τοπίου. Ο τόπος είναι ιδανικός για οικογένειες με μικρά παιδιά, τα οποία είναι σίγουρα ότι θα ενθουσιαστούν.

ΠΩΣ ΘΑ ΦΤΑΣΕΤΕ
Οι καταρράκτες της Βαρβάρας κρύβονται στο πυκνό δάσος που ανήκει στη Βαρβάρα, αλλά βρίσκονται πιό κοντά στην Ολυμπιάδα. Ακολουθώντας τον ασφάλτινο δασικό δρόμο Βαρβάρας-Ολυμπιάδας, που αποτελεί μια από τις ομορφότερες ασφάλτινες διαδρομές στη Χαλκιδική, θα περάσετε τις χαρακτηριστικές 5 Βρύσες (το σημείο αυτό λέγεται και Κρασονέρι) και θα κατηφορίσετε μέχρι να δείτε τη σχετική πινακίδα στ’ αριστερά σας. Οδηγήστε στο βατό χωματόδρομο και στα 2,3 χιλιόμετρα πρέπει να έχετε το νου σας καθώς θα χρειαστεί να στρίψετε όλο αριστερά ακολουθώντας τη «φουρκέτα». Μετά από 900 μ. θα βρεθείτε στο σημείο στάθμευσης. Αν πάτε ελαφρώς αριστερά, από εκεί θα βρεθείτε μετά απο 4 χλμ. πάνω σε περιοχή λατομείων, ενώ εαν συνεχίσετε την πορεία σας ανατολικά θα φτάσετε στα Καλύβια Βαρβάρας.

http://www.dimosaristoteli.gr/gr/sights/varvara-waterfalls

 

Καταρράκτες Πέτρας

Η Πέτρα είναι ένα γραφικό χωριό του νομού Βοιωτίας 5 χιλιόμετρα δυτικά από την Αλίαρτο. Σε μικρή απόσταση από το χωριό βρίσκονται οι ομώνυμοι καταρράκτες, όπου η ομορφιά του τοπίου ενθουσιάζει τους επισκέπτες.
Η Ευαγγελίστρια είναι ορεινό χωριό του νομού Βοιωτίας 15 χιλιόμετρα δυτικά της Αλίαρτου. Το χωριό ονομαζόταν Ζαγαρά μέχρι το 1927 και μετά μετονομάστηκε σε Ευαγγελίστρια από την ομώνυμη μονή.
Η Ιερά Μονή Ευαγγελίστριας βρίσκεται 12 χιλιόμετρα νοτιοδυτικά της Αλίαρτου. Χτίστηκε στην ακμή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας το 12ο αιώνα και ανακαινίστηκε το 1665 κατά την Τουρκοκρατία. Τον καιρό της Τουρκοκρατίας στη μονή λειτούργησε κρυφό σχολείο κάτω ακριβώς από την Αγία τράπεζα του ιερού του ναού. Αντίστοιχο ρόλο διαδραμάτισε και κατά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Η κρύπτη είναι αφιερωμένη στην Αγία Τριάδα, η μονή πανηγυρίζει στις 25 Μαρτίου και λειτουργεί με γυναικεία αδελφότητα από το 1959.

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: